αθέρμαντος

αθέρμαντος
ος , ον
1) см. αθέρμαστος 1; 2) см. αζέσταγος 2

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αθέρμαντος" в других словарях:

  • ἀθέρμαντος — not heated masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθέρμαντος — και αστος, η, ο (Α ἀθέρμαντος, ον) [θερμαίνω] αυτός που δεν θερμάνθηκε ή δεν μπορεί να θερμανθεί αρχ. «ἀθέρμαντος ἐστία» η φράση υπονοεί είτε εστία που δεν θερμάνθηκε, είτε μτφ. οικογένεια που δεν εξάπτεται από φιλονικίες και πάθη …   Dictionary of Greek

  • αθέρμαντος — η, ο αυτός που δε θερμάνθηκε, αζέστατος: Χάλασε το καλοριφέρ κι έμεινε το σπίτι αθέρμαντο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀθέρμαντον — ἀθέρμαντος not heated masc/fem acc sg ἀθέρμαντος not heated neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθερμάντῳ — ἀθέρμαντος not heated masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθέρμαντα — ἀθέρμαντος not heated neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθέρμαστος — η, ο [θερμαίνω] 1. αυτός που δεν θερμάνθηκε ή δεν θερμαίνεται, ο αθέρμαντος 2. ο αζεμάτιστος, ο αθέρμιστος* 3. αυτός που δεν εχει πυρετό, απύρετος …   Dictionary of Greek

  • αθέρμαστος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει θέρμη, πυρετό: Ο άρρωστος σήμερα είναι αθέρμαστος. 2. αθέρμαντος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»